July 14, 2007

Ανθρωπότυποι (E)


Γέλια και τέλος η συζήτηση. Την επόμενη μέρα το ζευγάρι έφυγε για Νάξο κι εμείς για Πάτμο. Θάλασσα τέλεια. Σταματήσαμε για ένα δίωρο στη Κίναρο και μετά ανατολικότερα στη Λεβίθα. Εκεί μπήκαμε σε ένα στενό άνοιγμα των βράχων που είδαμε. Φανταστείτε ένα μικρό φιόρδ. Στο μυχό του υπήρχε ένας μικρός ντόκος, όπου είχε πλαγιοδετήσει ένα καΐκι. Πάνω στο καΐκι μια γυναίκα και δύο άντρες. Ήταν το νιόπαντρο ζευγάρι και ο πατέρας του γαμπρού. Καλύμνιοι ψαράδες. Είχαν φύγει για τους Οθωνιούς (το βορειότερο σημείο της Ελλάδας, απέναντι από την Αλβανία) πριν ένα χρόνο! Υπολόγιζαν ότι σε δύο μέρες θα έφθαναν στο νησί τους.


Φτάσαμε στην Πάτμο το απόγευμα. Πήραμε βενζίνη και μετά δυσκολευτήκαμε να βρούμε χώρο να δέσουμε στο λιμάνι, όπου, κυριολεκτικά, δεν έπεφτε καρφίτσα. Τελικά βρήκαμε ένα μικρό κενό που στριμωχτήκαμε ο ένας κολλητά στον άλλον, ανάμεσα σε ψαρόβαρκες και καΐκια. Λίγα λεπτά μετά εμφανίζεται ένα μεγάλο cruiser που, πηγαίνοντας πάνω – κάτω παράλληλα με το ντόκο, έψαχνε χώρο να δέσει. Τη δεύτερη φορά που εμφανίστηκε, κατάλαβα τι θα γινόταν κι είπα στον Σταύρο να κάνει τον κουφό. Πραγματικά, ο τύπος σταμάτησε πίσω μας και φώναξε: «Παιδιά να βγείτε εσείς, να μπω εγώ κι εσείς να δέσετε μετά πάνω μου;” Αντικειμενικά ο τύπος δεν χωρούσε στο χώρο που ήμασταν εμείς, αλλά τι να του πεις; Να τον ρωτήσεις εάν είναι τυφλός ή μαλάκας; Λέω στον Σταύρο να μην απαντήσει, για άγνωστους λόγους ο Σταύρος του λέει «Μα δεν χωράς εδώ!» Ο μαλάκας όμως έχει άλλη άποψη «Θα χωρέσω» Στο τέλος αποφάσισε να μπει μεταξύ δύο καϊκιών, λίγο πριν το σημείο που ήμασταν εμείς, σπρώχνοντας τα υπόλοιπα σκάφη δεξιά και αριστερά. Δημιουργείται χάος και ακούγονται έντονες φωνές. Ο καπετάνιος στη γέφυρα είναι ένας 55άρης, στυλάκι, μαυρισμένος, με τζόκεϊ. Στη πρύμνη μισή ντουζίνα ξανθιές, χασκογελούν με τις φωνές των ψαράδων. Οι υπόλοιποι άνδρες που φαίνονται πάνω στο σκάφος, είναι όλοι σκούροι (εκ καταγωγής) και αποτελούν το πλήρωμα. Ο καπετάνιος δεν καταλαβαίνει τίποτα. Έρχονται μ’ ένα τζιπ δύο λιμενικοί. Βλέπουν τον καπετάνιο και φεύγουν, κάτω από τις έντονες αποδοκιμασίες των ψαράδων, που προφανώς τους ήξεραν και τους στόλισαν με κοσμητικά επίθετα. Φαίνεται δε ότι ήξεραν και τις οικογένειες των λιμενικών, γιατί τις στόλισαν κι αυτές.

Πάτμια ορθογραφία


 
Πήγαμε μια βόλτα στο λιμάνι και καθίσαμε κάπου να φάμε. Τη νύχτα φύγαμε και δέσαμε πάνω σ’ ένα πλοίο στην άλλη πλευρά του λιμανιού. Μείναμε εκεί, γιατί την επόμενη μέρα θα ερχόταν η φίλη του Σταύρου με τον Κωστή. Νωρίς το πρωί ξύπνησα εσπευσμένα το Σταύρο. Ένας τύπος σ’ ένα βαρκάκι έβαφε εξωτερικά το πλοίο που πάνω του είχαμε δέσει. Οι κινήσεις του ήταν τόσο μηχανικές που, αν δεν φεύγαμε, νόμιζα ότι θα έβαφε κι εμάς. Ο Κωστής ήρθε νωρίς το απόγευμα και φύγαμε για τους Αρκιούς, βορειοανατολικά της Πάτμου.

Οι Αρκιοί είναι ένα όμορφο νησάκι, χωρίς αυτοκίνητα, χωρίς τουρισμό, με μικρό αλλά καλά προφυλαγμένο λιμάνι. Πλαγιοδέτησε ο Κωστής στο ντόκο κι εμείς πάνω του. Ο Σταύρος με τη φίλη του έμεναν στου Κωστή. Αν δεν πηγαίναμε για καμιά βόλτα, περνούσαμε όλη τη μέρα σ’ ένα καφενείο – εστιατόριο στο λιμάνι. Το ίδιο έκαναν όλοι. Μη φανταστείτε πλήθη. Καμιά εικοσαριά άνθρωποι όλοι κι όλοι, ντόπιοι και επισκέπτες μαζί. Κάθε απόγευμα ερχόταν στο νησί το Λιμενικό από την Πάτμο μ' ένα φουσκωτό. Έρχονταν κι έκαναν έλεγχο στα σκάφη που βρίσκονταν στο λιμάνι. Εδώ βλέπετε δεν υπήρχαν "επώνυμοι" κι έτσι έκαναν τη δουλειά τους.

Στο εστιατόριο δούλευε σαν σερβιτόρος ο Αντρέας, ένας τύπος με γένια και δυνατή φωνή. Ένα βράδυ συζητούσα με το Σταύρο ένα περιστατικό που είχαμε δει, ο Αντρέας προφανώς μας άκουσε – ναυτικός κι ο ίδιος – και λέει «Και γιατί δεν του πέταγε ένα καβάκι;» Εγώ δεν κατάλαβα τι είπε κι ασυναίσθητα τον ρώτησα «“Καβάκι”, quesque ca veut dire?» Με κοιτάει έκπληκτος και μου λέει «Γιατί μιλάς γαλλικά; Γάλλος είσαι Φρανσουά;» Από εκείνη τη στιγμή για τον Αντρέα ήμουν ο Φρανσουά. «Καλημέρα Φρανσουά. Τι θα πιεις Φρανσουά;» Ή «Καλησπέρα Φρανσουά. Τι θα φας Φρανσουά; Μη λες μαλακίες Φρανσουά. Είσαι άσχετος Φρανσουά!» Στο εστιατόριο σύχναζε κι ένας άλλος τύπος, που συνήθως καθόταν μόνος του σ’ ένα τραπέζι και τσιμπολογούσε πίνοντας κρασί. Ήταν ντόπιος, τον ήξεραν όλοι και πολλές φορές του απεύθυναν το λόγο ή έμπαινε αυτός σε μια συζήτηση. Ένα βράδι με πλησιάζει κρατώντας το ποτήρι του και μια καράφα κρασί και μου λέει «Καλησπέρα, μπορώ να σου μιλήσω ιδιαιτέρως;» «Βεβαίως» του είπα και σηκώθηκα. «Πάρε και το ποτήρι σου» συμπλήρωσε.

Καθίσαμε σ’ ένα άλλο τραπέζι κάπως απόμερα. Τον έλεγαν Μιχελή. Το όνομά του είχε δώσει ο πατέρας του και στο καΐκι του. Ζούσε πολλά χρόνια στην Αθήνα. Κάποια στιγμή, του την έδωσαν ο τρόπος ζωής και οι συνθήκες και γύρισε στο νησί του. Ο πατέρας του πέθανε κι ανέλαβε ο ίδιος το καΐκι. Ο καλύτερός του φίλος, μαζί από το δημοτικό σχολείο, ζούσε στη Λέρο, όπου τον επισκεπτόταν συχνά. Όταν πέθανε ξαφνικά, του στοίχισε τόσο πολύ που δεν ξαναπήγε στη Λέρο. Αποφάσισε να μου μιλήσει, όταν άκουσε ότι είχα ξεκινήσει με το φουσκωτό από τη Ραφήνα και ότι ταξίδευα μόνος μου. Με ρώτησε τι δουλειά κάνω. Ακόμα και στην Πάτμο πήγαινε μόνο όταν δεν μπορούσε να το αποφύγει. Τον ενοχλούσε, μου είπε, η φασαρία που δημιουργείται από την πολυκοσμία. Είχε μια ενδιαφέρουσα φιλοσοφία για τη ζωή.

Κάθε βράδι στο εστιατόριο έβλεπα μια όμορφη γυναίκα με τη κόρη της, η τελευταία γύρω στα είκοσι. Η μαμά φιλόλογος από την Αθήνα, είχε έρθει πριν χρόνια για πρώτη φορά στους Αρκιούς με τον τέως άνδρα της, ερωτεύτηκε το νησί κι έκτοτε ερχόταν κάθε Πάσχα και κάθε καλοκαίρι! Είχε φοβερή ενέργεια μέσα της, που την έβγαζε κάθε βράδι χορεύοντας και τραγουδώντας. Ήταν απόλαυση να τη βλέπεις. Μεγαλύτερη απόλαυση όμως ήταν να συζητάς μαζί της. Πάντα πίστευα ότι οι άνθρωποι που έχουν ζήσει τη ζωή τους, που έχουν εμπειρίες, που έχουν γνωρίσει ανθρώπους και καταστάσεις, είναι ενδιαφέροντες άνθρωποι.



No comments:

Post a Comment

Related Posts Plugin for WordPress, Blogger...